Kαθαρόαιμο(ς) Μετίν!

 Kαθαρόαιμο(ς) Μετίν!

Ο Τουμέρ Μετίν ήρθε για να γλιτώσει το στρατιωτικό του. Έφυγε γιατί δεν είχε άλλη επιλογή και γύρισε ακριβώς για τον ίδιο λόγο. Επειδή, δεν είχε άλλη επιλογή!  Το gazzetta.gr παρουσιάζει το... καθαρόαιμο άτι της Λάρισας...

Ο Τουμέρ Μετίν έμοιαζε και είχε την φήμη του κακομαθημένου ιδιότροπου σταρ που θα έρθει από την Τουρκία για να κάνει άνω-κάτω μια ομάδα. Μετά από συνολικά δύο χρόνια στην Ελλάδα είναι ο ευαίσθητος συναισθηματικός ποδοσφαιριστής, που ανατριχιάζει με ένα πανό, συγκινείται με τον κόσμο της Λάρισας, προσέχει σαν παιδί του τον Μιχάλη Μπουκουβάλα, νιώθει νοσταλγία για τον «αδελφό» του Στέφανο Κοτσόλει και θεωρεί σπίτι του ένα ξενοδοχείο. Τόσο, ώστε να ετοιμάζεται να κρατήσει το δωμάτιο για δύο ακόμα χρόνο!

Από το 0 στο... 11!

Χρειάστηκε να περάσουν 34 χρόνια προκειμένου να μπει στη ζωή μας. 34 χρόνια από τις 17 Οκτωβρίου του 1974, όταν ο Τουμέρ Μετίν γεννήθηκε στο Ζονγκουλντάκ, μια μικρή κωμόπολη που βρέχεται από τη Μαύρη Θάλασσα. Σε ένα ταξίδι προς την Κωνσταντινούπολη – όπως περιγράφει ο ίδιος – αντιλήφθηκε την επιλογή της μοίρας για τη ζωή του. Όταν σε ηλικία 11 ετών το λεωφορείο έκανε μια στάση λίγο έξω από το γήπεδο της Μπεσίκτας κι εκείνος κρυφοκοίταζε μέσα για να βρει τους πρώτους του παιδικούς ήρωες.

Σύντομα, θα έβρισκε τον σύντροφο των παιδικών και νεανικών του χρόνων στην μπάλα και το 1993 υπέγραψε το πρώτο του επαγγελματικό συμβόλαιο με την Κιλιμλί Μπελεντίεσπορ. Μέσα σε ένα χρόνο άρχισε να ξεχωρίζει και πήρε μεταγραφή στην μεγάλη και ομώνυμη ομάδα της πόλης του. Σταδιακά το όνομά του απασχολούσε τους Τούρκους μάνατζερ και το καλοκαίρι του 1997 η Σάμσουνσπορ κινήθηκε για την απόκτησή του. Ο Τουμέρ ήταν πλέον 23 ετών και έβαζε τις βάσεις για μια μεγάλη καριέρα. Έστω κι αν η καταξίωση θα ερχόταν χρόνο με τον χρόνο, βήμα προς βήμα.

Στην πιο ώριμη ποδοσφαιρικά ηλικία, ήρθε και η πρώτη μεγάλη μεταγραφή. Η Μπεσίκτας θα τον αποκτήσει το καλοκαίρι του 2001 κι εκτός από τις προσωπικές διακρίσεις και το πρωτάθλημα που θα κατακτήσει με την τουρκική ομάδα του 2003, θα έρθει και κάτι ακόμα σπουδαιότερο. Το ντεμπούτο του στην Εθνική ομάδα, όπου κλήθηκε τον Φεβρουάριο του 2003. Σπάνιο για έναν ποδοσφαιριστή να καλείται στα 29 του χρόνια, ωστόσο για τον Μετίν το «κάλλιο αργά παρά ποτέ» έμοιαζε να είχε γίνει δόγμα του. Στο ντεμπούτο του (σε φιλικό ματς) στην Ουκρανία θα αποχωρήσει τραυματίας μετά από μόλις 35 λεπτά, όμως στο επίσημο ντεμπούτο (6/9/2003) στο Λίχτενσταϊν θα σκοράρει στο 14'.

Η καρδιά και το μυαλό...

Οι επιτυχίες με την Μπεσίκτας θα συνεχιστούν με το κύπελλο Τουρκίας το 2006 απέναντι στην Φενερμπαχτσέ. Ένα ματς που θα τον σημάδευε... Η ομάδα του θα κερδίσει με 3-2 στον τελικό με τον Τουμέρ εκτός από το πρώτο γκολ, να πετυχαίνει και το νικητήριο στο 115' και να χαρίζει στην Μπεσίκτας το κύπελλο. Λίγο καιρό μετά θα υπογράψει στην ομάδα από την οποία στέρησε την κούπα. «Σε πήρα γιατί εσύ είσαι αυτός που μας… σκότωσε πέρσι. Του χρόνου θα μας τα φέρεις πίσω», θα του πει ο Αζίζ Γιλντιρίμ, πρόεδρος της Φενερμπαχτσέ και την επόμενη χρονιά με διαφορετικά χρώματα, αλλά πάντα με το «11» στην πλάτη, θα κατακτήσει το νταμπλ στην Τουρκία.

Πολλά, όμως, θα είναι διαφορετικά στον περύγυρό του. Με αφοπλιστική και ωμή ειλικρίνεια, παραδέχεται ότι άλλαξε ομάδα για τα λεφτά και μιλάει για τις δύσκολες στιγμές που πέρασε στην Τουρκία. Τότε, που όλοι έμοιαζαν να είναι εναντίον του.  «Δεν ήταν καθόλου εύκολη απόφαση, μετά από πέντε χρόνια που ήμουν αρχηγός στη Μπεσίκτας. Η κοινωνική μου ζωή επηρεάστηκε πολύ και δεν ήταν λίγες οι στιγμές που θύμωσα, πληγώθηκα και δέχτηκα επιθέσεις τις οποίες προσπάθησα να αγνοήσω για να μη ρίξω λάδι στην φωτιά», περιγράφει σε συνέντευξή του στην Ελλάδα, συμπληρώνοντας πως δεν είχε ενημερώσει ούτε καν τη γυναίκα του για την απόφασή του.

Η πορεία του άλλαξε. Τα χρώματα, το γήπεδο, οι οπαδοί. Έστω κι αν χρειάστηκε να περάσουν χρόνια για να το παραδεχτεί, ο Τουμέρ Μετίν δεν άλλαξε την καρδιά του. «Η Μπεσίκτας είναι η ομάδα μου από μικρό παιδί και αυτό δεν θα αλλάξει ποτέ. Έχω κερδίσει τίτλους και με τις δύο ομάδες, αλλά είχαν τελείως διαφορετική γεύση». Ο άνθρωπος έχει το ταλέντο και τη δυνατότητα να ξεγελά τους πάντες γύρω του. Όχι, όμως, και τον εαυτό του. «Η χειρότερη στιγμή για μένα ήταν καθαρά προσωπική. Μόνο μία. Όταν μπήκα για πρώτη φορά στο γήπεδο με την φανέλα της Φενερμπαχτσέ. Έτρεμαν τα πόδια μου. Δεν ξέρω πως τελείωσα εκείνο το παιχνίδι. Εκείνη την ημέρα δεν είχαν καμία σημασία τα χρήματα, αλλά η καρδιά», προσθέτει, βγάζοντας από πάνω του την ταμπέλα του προδότη.

Εκείνη την εποχή θα ξεκινήσει ένας ακόμα μύθος. Εκείνος για το κακό παιδί με τον ιδιότροπο χαρακτήρα του. Στο χέρι του το τατουάζ «Μόνο ο Θεός μπορεί να με κρίνει», γραμμένο στα Αγγλικά δείχνει τη φιλοσοφία ζωής ενός μοναχικού και συχνά σκληρού ανθρώπου. Ενός ανθρώπου έτοιμου να πάρει δύσκολες αποφάσεις και να δεχτεί τις συνέπειες!

Αντιρρησίας και ξενιτεμένος!

Η απόφασή του να φύγει από την Τουρκία δεν ήταν ακριβώς συνειδητή. Θέλησε να εγκαταλείψει την πατρίδα του για να αποφύγει τον στρατό και να εκμεταλλευτεί το νόμο που του δίνει την δυνατότητα να εξαγοράσει τη θητεία του, όταν κλείσει τα 37 κι έχει ήδη εργαστεί τρία χρόνια εκτός συνόρων. Μόνο που εκείνο που τον περίμενε όταν αποφάσιζε ο επόμενος σταθμός της καριέρας του να είναι η Ελλάδα και η Λάρισα, δεν μπορούσε να το φανταστεί ούτε ο ίδιος... Κυρίως, δε, δεν μπορούσε να το φανταστεί η γιαγιά του.

«Όταν μου έγινε η πρόταση από την ΑΕΛ, εγώ ζούσα στο Μιλάνο γιατί δεν ήθελα να πάω φαντάρος. Όταν πήρα την απόφαση να έρθω να παίξω στην Ελλάδα, ήμουν στο αεροδρόμιο και χτύπησε το τηλέφωνό μου. Ήταν η γιαγιά μου αναστατωμένη. «Μη παιδάκι μου, μην πας εκεί! Να προσέχεις αυτούς τους Έλληνες», μου έλεγε κλαίγοντας! «Έλα γιαγιά, δεν ζούμε στο 1800», της είπα για να την ηρεμήσω. Το εννοούσα, φυσικά. Έχουν αλλάξει τα πράγματα. Όταν επέστρεψα στην Τουρκία και πήγα να τη δω, μου λέει «κάτσε δίπλα μου παιδάκι μου. Πες μου τι σου έκαναν αυτοί οι Έλληνες». Τίποτα, της λέω γιαγιάκα μου, μια χαρά άνθρωποι είναι. Προσπάθησα να της εξηγήσω ότι τα πράγματα δεν είναι όπως ήταν πριν από 200 χρόνια...». Εκείνος το είχε καταλάβει εξ αρχής...

«Βρίσκομαι ήδη τρεις ημέρες στην Ελλάδα και νιώθω πολύ όμορφα. Η υποδοχή από τους ανθρώπους της ομάδας είναι εξαιρετική και με κάνει να νιώθω πολύ άνετα. Ξέρω καλά ποιος είμαι και γιατί βρίσκομαι εδώ. Στόχος μου είναι σε όλους τους αγώνες της ΑΕΛ να δείξω ποιος είναι ο Τουμέρ και να κάνω το καλύτερο για τον εαυτό μου και πάνω απ όλα για την ομάδα που με έφερε εδώ. Πιστεύω στον εαυτό μου και ξέρω τι θέλω να πετύχω εδώ στη Λάρισα». Είχε κρατήσει μέσα του την πίκρα και τη στεναχώρια για εκείνο το σύνθημα στο δρόμο που έλεγε «πήγαινε σπίτι σου Τούρκε». Ήξερε ότι θα τους έκανε να αλλάξουν γνώμη.

Σε δέκα αγώνες με τη βυσσινί φανέλα πέτυχε έξι γκολ και μέσα σε λίγους μήνες αγαπήθηκε πολύ από τον κόσμο της Λάρισας. Στον αγώνα με τον Εργοτέλη ένα πανό γραμμένο στην μητρική του γλώσσα θα τον κάνει να ανατριχιάσει και να το έχει φόντο στην επιφάνεια εργασίας του υπολογιστή του. Στο γήπεδο πηγαίνουν οπαδοί της Λάρισας με τη φανέλα τη Φενερμπαχτσέ. «Πεθαίνω γι αυτούς! Όταν τους είδα πρώτη φορά στις κερκίδες με την φανέλα της Φενέρ, συγκινήθηκα πραγματικά», λέει γεμάτος περηφάνια.  Η χρονιά δεν θα κλείσει όπως το ήθελε και η Λάρισα δεν θα καταφέρει, παρά την ανατροπή απέναντι στον ΠΑΟΚ στην τελευταία αγωνιστική, να μπει στα πλέι οφ. Τότε το ένα του γκολ δεν ήταν αρκετό.

Λίγες μέρες μετά το τέλος της σεζόν διοργάνωσε συνέντευξη Τύπου στο ξενοδοχείο που τον φιλοξένησε. Στο «σπίτι μου», όπως συνήθιζε να το λέει και όπως το λέει ακόμα και τώρα. Απέναντι στους δημοσιογράφους ήταν ευγενικός και ανθρώπινος. Τους κάλεσε για να τους αποχαιρετήσει, ωστόσο ήταν φανερό πως δεν ήταν έτοιμος για κάτι τέτοιο... «Θα θυμάμαι πάντα το πέρασμά μου από την ομάδα της ΑΕΛ. Δεν γνωρίζω αν θα επιστρέψω μετά το EURO. Αυτό που ξέρω είναι ότι δεν θα ξεχάσω ποτέ αυτές τις όμορφες στιγμές που έζησα εδώ».

Το ναδίρ και το ζενίθ!

Η Τουρκία ήταν το θέμα συζήτησης το καλοκαίρι που θα ακολουθούσε. Και ο Τουμέρ Μετίν, ως περήφανο μέλος της, ένας από εκείνους που ονειρεύονταν το θαύμα που είχε πετύχει η Ελλάδα το 2004. Δεν το κατάφερε, όμως η εμπειρία ήταν από εκείνες που δεν μπορούν παρά να σημαδέψουν έναν άνθρωπο και έναν ποδοσφαιριστή. Στη συνέντευξή του στο επίσημο περιοδικό της Λάρισας θα πει... «Αυτά που έμαθα μέσα σε ένα μήνα στο EURO, ήταν δυο φορές περισσότερα από όσα είχα μάθει σε όλη την μέχρι τότε ποδοσφαιρική μου καριέρα».

Θα παίξει 45 λεπτά στον αγώνα με την Ελβετία και μερικά δευτερόλεπτα στον χαμένο ημιτελικό με την Γερμανία. Όπως, όμως, θα περιγράψει γλαφυρά στην συνέντευξή του, πολλά είναι εκείνα που σου μένουν... «Πρεμιέρα με αντίπαλο την Πορτογαλία. Πρώτη στιγμή που συνειδητοποιείς ότι είσαι κάτι ξεχωριστό: Όταν φεύγεις από το ξενοδοχείο για να πας στο γήπεδο και υπάρχει ένας δρόμος ανάμεσα σε χιλιάδες ανθρώπους μοναχά για σένα, με την αστυνομία να σε συνοδεύει. Στιγμή δεύτερη. Στον χώρο προετοιμασίας έξω από τα αποδυτήρια. Ένα μικρό «σαλόνι» πριν από τον διάδρομο που οδηγεί στη φυσούνα του αγωνιστικού χώρου. Γυρίζεις το κεφάλι σου δεξιά και βλέπεις τον Ρονάλντο να κάνει ποδαράκι. Στρέφεις το κεφάλι σου προς την άλλη πλευρά και έρχεσαι πρόσωπο με πρόσωπο με τον Ντέκο. Πίσω από την πλάτη σου περπατάει ο Πλατινί και μπροστά από τα μάτια σου περνάει ο Εουσέμπιο. Κι εκείνη τη στιγμή αναρωτιέσαι που βρίσκεσαι».

Η προσγείωση για εκείνον ήταν ανώμαλη. Ίσως γιατί στα 34 του χρόνια ο οργανισμός άρχισε να ζητάει περισσότερα απ' όσα μπορούσε ο Μετίν να δώσει. «Από εκεί που ήμουν κοντά στην κορυφή ένιωσα να γκρεμίζομαι, μέσα σε μια στιγμή. Το πιο δύσκολο είναι να σηκωθείς και να βρεις τη δύναμη να σταθείς ξανά στα πόδια σου», θα πει για το διάστημα που ακολούθησε ανάμεσα σε χειρουργεία και θεραπείας. Στην προετοιμασία με την Φενερμπαχτσέ θα νιώσει πόνο στους κοιλιακούς και η πρώτη απόφαση του γιατρού Μίλερ Βόλφαρτ είναι να ακολουθήσει θεραπευτική αγωγή και να μην συμμετέχει σε προπονήσεις για δύο μήνες. Ο ίδιος θα κάνει λόγο για 111 ενέσεις μέσα σε είκοσι μέρες. Το αγαπημένο του «11», που τον ακολουθεί παντού, αυτή τη φορά δεν ήταν για γούρι.

Μόλις έκανε να επιστρέψει, ο πόνος επανεμφανίστηκε. Περιθώριο δεν υπήρχε και άλλη διάγνωση. Άμεσα οδηγήθηκε στο χειρουργείο και πέρασε σχεδόν ένα μήνα μέσα στο νοσοκομείο. «Πολλές φορές είπα στον εαυτό μου: Τουμέρ σταμάτα. Μέχρι εδώ ήταν. Όμως, ούτε τα λεφτά, ούτε η δόξα, ούτε οι επιτυχίες που είχα ζήσει μου αρκούσαν. Αυτό που νοσταλγούσα ήταν το γήπεδο και η ζωή του ποδοσφαιριστή. Ήθελα να παίξω μπάλα. Τόσο απλά». Σύντομα επέστρεψε... 

«Ο,τι δε σε σκοτώνει, σε κάνει πιο δυνατό», εξήγησε στη συνέντευξή του για να συμπληρώσει αστειευόμενος πως θα το έκανε και τατουάζ, αν δεν τον είχε προλάβει η Αντζελίνα Τζολί!

Η... Ιθάκη του!

Με την επιστροφή σε αγωνιστικό ρυθμό, ήρθε και η ιδέα για επιστροφή στην Λάρισα. Σύντομα έγινε πράξη και μέσα σε ένα χρόνο, ο Τουμέρ υπέγραφε για δεύτερη φορά στην θεσσαλική ομάδα. Η άφιξή του έγινε ξημερώματα κι όμως περίπου 50 άνθρωποι πήγαν να τον αποθεώσουν έξω από το ξενοδοχείο.  Εκείνος δεν το πίστευε και η αλήθεια είναι ότι σχεδόν τον ξύπνησαν, αφού στο αυτοκίνητο που τον μετέφερε είχε αποκοιμηθεί... «Είμαι χαρούμενος που επέστρεψα. Υπάρχει λόγος που βρίσκομαι ξανά στη Λάρισα και αυτός είναι όσα όμορφα έζησα εδώ πέρυσι. Είμαι έτοιμος να βοηθήσω άμεσα. Αυτό που προέχει είναι η νίκη την Κυριακή και όλα τα υπόλοιπα θα έρθουν», θα πει το επόμενο πρωί μετά την πρώτη του προπόνηση και όταν έρθει η στιγμή, θα συμπληρώσει και τα περισσότερα...

«Εδώ νιώθω σαν στο σπίτι μου. Άλλος ήταν ο Τουμέρ που ήρθε στη Λάρισα τον περασμένο Ιανουάριο κι άλλος αυτός που έφυγε το καλοκαίρι. Εσείς μπορεί να μην το καταλαβαίνετε, αλλά όσοι με γνωρίζουν καλά βλέπουν ξεκάθαρα αυτό που λέω. Ομάδα για να παίξω μπάλα θα μπορούσα να βρω οπουδήποτε στην Ευρώπη». Σαν την Λάρισα, όμως, πουθενά. Η πόλη μοιάζει να υποκλίνεται σε κάθε πέρασμά του και η λατρεία πρωτόγνωρη... «Πάω για καφέ και δεν με αφήνουν να πληρώσω. Γενικά όπου κι αν βρεθώ μέσα στην πόλη, από το ξενοδοχείο μέχρι το καφέ και τα αποδυτήρια της ομάδας, αισθάνομαι σαν να είμαι στο σπίτι μου. Κι αυτή η αίσθηση οφείλεται στον τρόπο με τον οποίο με αγκάλιασαν όλοι. Αυτός ήταν ο βασικό λόγος που επέστρεψα. Πουθενά αλλού δεν θα μπορούσα να βρω αυτή τη ζεστασιά και την αγάπη, παρά μόνο στην πατρίδα μου, την Τουρκία. Δε χρειάζεται να πω τίποτε άλλο».

Κάθε του αναφορά για τη Λάρισα είναι και ένας... ύμνος. Ακόμα κι όταν μιλάει σε συμπατριώτες του, δεν ξεχνάει να αναφέρει τα καλύτερα, αλλά και το μεγάλο του όνειρο. «Θέλω μια μέρα η ΑΕΛ να γίνει ξανά πρωταθλήτρια κι αυτός ο δρόμος που περνάει έξω από το ξενοδοχείο να πλημμυρίσει με κόσμο σαν να είναι καταρράκτης. Θέλω να αλλάξουμε την ιστορία. Θέλω όλη η Ελλάδα να μιλάει για την ΑΕΛ».

Ο Μιχάλης, ο... αδελφός του και το τένις!

Ως χαρακτήρας είναι εκλεκτικός. Μαθημένος σε μια ζωή χωρίς ελλείψεις, ειδικά τα τελευταία χρόνια. Στην Λάρισα περνάει καλά και δεν το έχει κρύψει. Στην Λάρισα δεν έχουν γνωρίσει κανέναν ιδιόρρυθμο χαρακτήρα, κανέναν δύστροπο ποδοσφαιριστή, που θα δημιουργούσε προβλήματα, όπως ακόμα και συμπατριώτες του έλεγαν όταν ανακοινώθηκε η μεταγραφή. Συνηθίζει να κάνει παρέα με τον Στέφανο Κοτσόλη και τον Παναγιώτη Κατσιαρό, όπως και με τον φροντιστή της ομάδας, τον Χρήστο Τριανταφύλλου. Κάπως τα βρίσκουν, παρά το δεδομένο πρόβλημα στην επικοινωνία.

Ο Στέφανος Κοτσόλης ήταν από την πρώτη μέρα, ο άνθρωπος που στεκόταν δίπλα του, που τον βοηθούσε σε ό,τι κι αν ζητούσε. «Ο Στέφανος δεν είναι φίλος μου, είναι αδερφός μου! Όταν ήρθα στην Ελλάδα δεν μιλούσα ούτε ελληνικά ούτε αγγλικά, ο Στέφανος μου έμαθε να συνεννοούμαι. Ό,τι ξέρω σήμερα μου το έχει διδάξει αυτός, περάσαμε δυο χρόνια αχώριστοι. Και τον ευχαριστώ πολύ για όλα. Ξέρω ότι κι αυτός νιώθει το ίδιο για μένα. Τώρα που αυτός είναι στην Κύπρο, πηγαίνω στους γονείς του και τρώμε μαζί κάθε φορά που έρχομαι στην Αθήνα», δήλωσε πρόσφατα, εκφράζοντας το παράπονό του που δεν μπορεί να τον επισκεφτεί στην Κύπρο. Όσο κοντά κι αν νιώθει στους Έλληνες, όσες ομοιότητες κι αν πιστεύει πως έχουν οι δύο λαοί, πάντα κάτι θα τους χωρίζει.

Μεγάλη του αδυναμία είναι ο Μιχάλης Μπουκουβάλας. Σε εκείνον έδινε διαρκώς συμβουλές πέρυσι και εκείνον έσπευσε να πειράξει στην πρώτη του προπόνηση τον περασμένο Γενάρη. «Πιστεύω πολύ σε αυτόν. Του είπα, λοιπόν, πριν από λίγο καιρό – και φυσικά του το είχαν πει οι προπονητές νωρίτερα – ότι για να κάνει μεγαλύτερη καριέρα στο ποδόσφαιρο, θα πρέπει να δυναμώσει το κορμί του. Αν, λοιπόν, ο Μιχάλης δεν κάνει μετά από κάθε προπόνηση τις ασκήσεις που πρέπει στο γυμναστήριο, εγώ θα του τραβήξω το αυτί», θα εξηγήσει στην συνέντευξή του στο περιοδικό της ΑΕΛ, προσθέτοντας το παράπονό του. «Γιατί όταν εγώ ήμουν στην ηλικία του Μιχάλη, δεν είχα κανέναν δίπλα μου να μου δείξει το σωστό δρόμο. Κι όχι μόνο αυτό, αλλά οι μεγαλύτεροι μας ζήλευαν, μας χλεύαζαν και προσπαθούσαν να μας βάλουν τρικλοποδιές. Και τότε ορκίστηκα ότι δεν πρόκειται ποτέ να κάνω σε κανέναν πιτσιρικά αυτά που έκαναν σε εμένα όταν ξεκινούσα το ποδόσφαιρο. Κατάλαβες, λοιπόν, γιατί επιμένω;»

Ο κακός, ο δύστροπος και ο ιδιόρρυθμος άφηνε πίσω τον μύθο... «Από τότε που ήρθα στη Λάρισα, βρήκα τον εαυτό μου. Είμαι άλλος άνθρωπος και έχω τέτοια όρεξη να παίξω ποδόσφαιρο που μπορώ να… φάω τη μπάλα. Δεν ξέρω να κάνω κάτι άλλο. Νιώθω ότι γεννήθηκα για το ποδόσφαιρο. Αν είσαι τόσο τυχερός και μπορείς να βγάζεις λεφτά από αυτό που αγαπάς, να κάνεις δηλαδή το χόμπι σου επάγγελμα, τότε θα… πέσει φωτιά να σε κάψει αν έχεις και παράπονο από πάνω», θα παραδεχτεί σε συνέντευξή, αποκαλύπτοντας παράλληλα την παιδική επιθυμία να γίνει αρχιτέκτονας.

Φέτος, ο χαρακτηρισμός επέστρεψε. Μαζί με... κουτσομπολιά που τον ήθελαν να έχει τσακωθεί με τον Νταμπίζα, με τον Γιαννακόπουλο, με τον Ουζουνίδη. «Στη ζωή μου είμαι πολύ πιο ήρεμος, δεν μαλώνω εύκολα, προσπαθώ να απολαμβάνω την ουσία της ζωής και να διασκεδάζω. Μου αρέσει η ποιότητα και τα ωραία πράγματα στη ζωή μου. Είμαι Zυγός και αν ασχολείστε λίγο με την αστρολογία, θα καταλάβετε τι εννοώ», δηλώνει, τη στιγμή που προσπαθούσε διαρκώς να ξεκαθαρίζει τη θέση του απέναντι σε πρόσωπα και καταστάσεις. Μιλούσε για το σεβασμό του στον αρχηγό της ΑΕΛ, για την πίστη του στον Μαρίνο Ουζουνίδη, για το άλλοθι που βρίσκουν οι παίκτες στον προπονητή τους.

Στη Λάρισα άφησε και το αγαπημένο του «11». Στην αρχή ήταν το «14», μετά ήρθε το «20». Από το καλοκαίρι μπορεί και αλώνει τον κάμπο με το αγαπημένο του «11». Εκείνο που έχει τατουάζ στο χέρι του, στο κινητό του, στο αυτοκίνητό του,ακόμα και σε εταιρία ρούχων στην Τουρκία (ΤΜ11) προς τιμήν του. Εκείνο, που θέλουν να δουν οι οπαδοί της Λάρισας να έχει περιβραχιόνιο, εκείνο που ο ίδιος θέλει να φοράει όταν θα κάνει το μεγάλο του όνειρο πραγματικότητα: Τη Λάρισα πρωταθλήτρια! Όπως φαίνεται θα έχει το χρόνο να το προσπαθήσει.


  • Digg
  • Del.icio.us
  • StumbleUpon
  • Reddit
  • RSS

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου